Γλωσσάριο

Συνοδός

Ορισμός

Συνοδός: Μέλος της οικογένειας ή οικείο πρόσωπο που μένει δίπλα στον ασθενή στη φροντίδα ή τη μεταφορά.

Ο συνοδός είναι μέλος της οικογένειας ή οικείο πρόσωπο που μένει δίπλα στον ασθενή κατά τη φροντίδα ή τη μεταφορά. Του δίνει ασφάλεια και βοηθά στην επικοινωνία με το πλήρωμα και στις διαδικασίες στην άφιξη.

Αν μπορεί να ταξιδέψει στο ασθενοφόρο εξαρτάται από το όχημα, την κατάσταση και τον σχεδιασμό — αναφέρετέ το στο αίτημα.

Σε διεθνή μεταφορά χρειάζεται κι αυτός έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα.

Χρειάζεστε ασθενοφόρο;

Σε επείγουσα περίπτωση καλέστε αμέσως. Για προγραμματισμένη μεταφορά συμπληρώστε τη φόρμα και θα σας καλέσουμε.